Ανησυχία προκαλούν τα νεότερα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σύμφωνα με τα οποία περίπου 610.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από ελονοσία το 2024, με τα θύματα να είναι κυρίως μικρά παιδιά στην υποσαχάρια Αφρική. Ο αριθμός αυτός συνιστά αύξηση σε σχέση με το 2023, ενώ και τα παγκόσμια κρούσματα αυξήθηκαν από 273 εκατομμύρια σε 282 εκατομμύρια, όπως αναφέρει η ετήσια έκθεση του ΠΟΥ.
Μετά τις σημαντικές επιτυχίες των αρχών της δεκαετίας του 2000, η πρόοδος στη μάχη κατά της ασθένειας έχει επιβραδυνθεί την τελευταία δεκαετία. Παρότι 47 χώρες έχουν πλέον πιστοποιηθεί ως απαλλαγμένες από ελονοσία, αρκετά κράτη κατέγραψαν αύξηση κρουσμάτων το 2024, μεταξύ των οποίων η Αιθιοπία, η Μαδαγασκάρη και η Υεμένη.
Κίνδυνος αναζωπύρωσης
Ο διευθυντής του παγκόσμιου προγράμματος για την ελονοσία του ΠΟΥ, Ντάνιελ Νγκαμίτζε Μανταντί, προειδοποιεί ότι «υπερβολικά πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να πεθαίνουν από μια αποτρέψιμη και ιάσιμη ασθένεια». Όπως σημειώνει, μια σειρά παραγόντων εντείνει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης της νόσου:
-
αυξανόμενη ανθεκτικότητα στα φάρμακα,
-
μειωμένη αποτελεσματικότητα ορισμένων εντομοκτόνων σε κουνουπιέρες,
-
η κλιματική αλλαγή,
-
ένοπλες συγκρούσεις,
-
δημογραφικές αυξήσεις.
Οι τάσεις δείχνουν ότι, παρά τη μείωση των ποσοστών θνησιμότητας (από 14,9 σε 13,8 θανάτους ανά 100.000 άτομα σε κίνδυνο), η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή.
Σοβαρή υποχρηματοδότηση
Η χρηματοδότηση που διατίθεται διεθνώς για τον έλεγχο της ελονοσίας παραμένει σημαντικά κατώτερη των αναγκών. Το 2024 ανήλθε σε 3,9 δισ. δολάρια, πολύ κάτω από τον στόχο των 9 δισ. δολαρίων ετησίως. Επιπλέον, τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τις περικοπές στη διεθνή βοήθεια που ξεκίνησαν το 2025, με τον ΠΟΥ να προειδοποιεί ότι αυτό μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στην καταπολέμηση της ασθένειας.
Όπως επισημαίνει ο Μανταντί, τα νέα εργαλεία —θεραπείες, διαγνωστικά τεστ και εμβόλια— αποτελούν ελπιδοφόρα μέσα, ωστόσο η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από το κατά πόσο θα φτάσουν στους πληθυσμούς που κινδυνεύουν. Η ευθύνη, υπογραμμίζει, βαραίνει τόσο τις κυβερνήσεις των πληγεισών χωρών όσο και τους διεθνείς δωρητές.
